Γεια σου,
κάποτε είχαμε πιει έναν καφέ και είχαμε πει τόσα πολλά, μα πλέον δε σε ξέρω. Και δεν το λέω για το μελόδραμα της υπόθεσης, δε σπάσαμε, δεν τσακωθήκαμε, από ένα σημείο και μετά μιλούσαμε μια φορά το χρόνο και πλέον έχουμε να μιλήσουμε μια πενταετία. Ο καθένας πήρε το δρόμο του.
Ήμουν δεκάξι και αυτή είναι μία απ’ τις λιγότερο γνωστές, ακόμα και σε μένα ιστορίες μου, διότι ενώ μετράει δέκα χρόνια που δεν την έχω ξεχάσει, δεν την επισκέπτομαι συχνά, συνειδητά τουλάχιστον. Δε σε ερωτεύτηκα, ούτε καν στο περίπου, ίσως γι’ αυτό.
Είχαμε γνωριστεί μέσω hi5 και μετά από καιρό που μιλάγαμε μέσω MSN (πόσο 2008 η όλη φάση;) κανονίσαμε να βρεθούμε νομίζω στη Γλυφάδα και το θυμάμαι γιατί ήταν στην άλλη άκρη της Αθήνας και στο γυρισμό παραιτήθηκα και πέταξα τριάντα ευρώ σε ταξί για να μην υποστώ τα μέσα δεύτερη φορά. Ήταν στην Παγωτομανία ή κάτι τέτοιο.
Δεν ξέρω αν στο είχα πει τότε, αλλά μου φαινόσουν πάρα πολύ cool, με τον πιο αληθινό τρόπο, επειδή έμοιαζες να είσαι άνετη με την ανασφάλεια σου κι εγώ αρνιόμουν πεισματικά να μου παραδεχτώ τις δικές μου. Θυμάμαι ότι έγραφες και θυμάμαι ότι αυτό με μπρίζωνε να θέλω να γράψω για να μου πεις την άποψη σου. Οριακά θυμάμαι ένα εφηβικά οργισμένο κείμενο που είχα γράψει για τους καθηγητές μου και σου άρεσε η επανάληψη μιας φράσης. Είχα νιώσει πολύ περήφανος. Δεν το δημοσίευσα ποτέ.
Ζει σε κάποιο παλιό σκληρό μου, αλλά δε θα το άνοιγα ποτέ· προτιμώ να το θυμάμαι. Κι εσύ ζεις κάπου στη λίστα φίλων μου στο internet, αλλά δε σου ‘χω στείλει εδώ και καιρό.
Προτιμώ να σε θυμάμαι.
Σου δάνεισα το βιβλίο του Fight Club, ένα απ’ τα αγαπημένα μου βιβλία, την πρώτη και τελευταία φορά που βγήκαμε και πλέον για κάποιο λόγο, όποτε με ρωτάνε για τα αγαπημένα μου βιβλία, για ένα καρέ στο μυαλό μου, βλέπω το δροσερό καλοκαιρινό βράδυ εκεί στα νότια προάστια, καθώς πλησιάζω τα ταξί. Κάθε φορά που κάποιος τσαλακώνει μια ατάκα που για μένα τότε σήμαινε τα πάντα, στο βωμό της αυταρέσκειας του, σε μια λεζάντα κάπου στο ίντερνετ, εγώ σκέφτομαι τον ήλιο να δύει και παγωτό. Είναι κάπως καλύτερα έτσι.
Θυμάμαι κι άλλα, αλλά θέλω να το κλείσω γιατί όλο αυτό είναι κάτι παραπάνω από μια άσκηση μνήμης. Είναι μια ωδή στους ανθρώπους που δεν θα μάθουν ποτέ πόσο μας επηρέασαν, μόνο και μόνο επειδή υπήρξαν.
I am Jack’s sincere hope that you are doing great, wherever you may be.